διάπτωμα

διά-πτωμα, ατος, τό,
A stumble, slip, Philem.60; error, Chrysipp.Stoic.2.215, Phld.Herc.1251.5; failure, opp. ἐπίτευγμα, Id.Po.5.21; μεγάλοις δ. περιπίπτειν fall in with great losses, IPE12.32.55 ([place name] Olbia), cf. SIG364.62 ([place name] Ephesus); loss, deficiency in accounts, PHib.1.52.9 (iii B.C.), etc.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διάπτωμα — διάπτωμα, το (Α) 1. ολίσθημα, γλίστρημα 2. σφάλμα, παράπτωμα, πταίσμα …   Dictionary of Greek

  • διάπτωμα — stumble neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διάπτωμ' — διάπτωμα , διάπτωμα stumble neut nom/voc/acc sg διάπτωμαι , διαπέταμαι aor subj mid 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπτωμάτων — διάπτωμα stumble neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπτώματα — διάπτωμα stumble neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαπτώματ' — διαπτώματα , διάπτωμα stumble neut nom/voc/acc pl διαπτώματι , διάπτωμα stumble neut dat sg διαπτώματε , διάπτωμα stumble neut nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.